Λημνογράφοι
Ιστολόγιο – Σχολική εφημερίδα του Γυμνασίου ΜούδρουΑρχείο για Η στήλη του Μανώλη
Περιπέτεια με ζώα στο μυστηριώδες δάσος
Ο Μίπιθ ο γάτος, εγώ ο Μανώλης ο σκύλος, μαζί με τους φίλους μας τον Ηρακλή το λιοντάρι, τον Δημήτρη τον αετό και τον Δημήτρη τον ξανθό τον λάμα, και τον Σαλί ο τίγρης, ο Κώστας ο γορίλας και ο Χρήστος το λυκόσκυλο, από τα κορίτσια η Σούλα η κουκουβάγια, η Ιοκάστη η αλεπού, η Μαριάννα το ελάφι, η Χρυσοβαλάντου η λευκή κουκουβάγια, η Σωτηρία και η Μυρσίνη οι δυο τίγρεις, αυτοί είναι οι ήρωες.
Και μια μέρα το αφεντικό μας είχε δει έναν μυστηριώδη άντρα: Είχε πετάξει ένα μικρό αλεπουδάκι και εκείνη τότε ήρθε στο σπίτι μας. Έτσι η μικρή μεγάλωσε και την ονομάσαμε Ορνέλα – αυτή είναι μια βοηθός.
Τότε το συμβούλιο των ζώων έγινε. Βγήκαμε από τις τρύπες, πήραμε θέσεις και το αφεντικό πήρε το δίκανο, και τώρα δρόμο πήραμε. Έτσι, αφού μπήκαμε στο μυστηριώδες δάσος, στείλαμε μήνυμα στους ξαδέρφους μας τους Κένταυρους. Το αφεντικό, μόλις ήρθαν, ανέβηκε σε έναν τέτοιο Κένταυρο και κάλπασαν μέχρι να βρουν εμένα, τον Μίπιθ και τον Χρήστο. Και μόλις είχαμε επιστρέψει εγώ είχα χάσει το δεξί μου μάτι, και το αφεντικό μού το έραψε και μου έδωσε ζεστό νερό να πιω.
Μόλις κοιμήθηκα ήρθε ο μυστηριώδης γέρος και εκεί είχε φέρει τα αδέρφια του, τα καταραμένα ζώα. Το αφεντικό μας φώναξε. Τότε επιτέθηκα στον αρχηγό. Τα δόντια μου μπήκαν μέσα στο πόδι του και τον έριξα κάτω. Έτσι η μάχη τέλειωσε. Σ’ αυτή τη μάχη η μόνη κακιά και θρηνητική κραυγή ακούστηκε και ακουγόταν από το Βουνό της Απαγορευμένης Σκιάς. Εκεί πήγε ένας στρατιώτης να σκοτώσει τον μικρό. Τον αναγνώρισα – αυτός που μου έβγαλε το μάτι ήταν – και πάω εκεί, τον δαγκώνω και τον ρίχνω από το βουνό. Έτσι πήρα τον Μίπιθ και πήγαμε σπίτι.
Ο Μίπιθ πέθανε και το αφεντικό τον πήρε μακριά. Τουλάχιστον ο πόλεμος τελείωσε, προς το παρόν. Γεια σας, τέλος.
Μανώλης Ψαραδέλλης
Γιορτές Χριστουγέννων
25 Δεκεμβρίου 2008 και εγώ δουλεύω ακόμα στα καράβια! Έχω και τα γενέθλιά μου! Τον διάβολο τον αρχηγό, δεν άφησε εμένα να πάω σπίτι, στο μικρό μου αδερφό.
Οι γονείς μου και ο μεγάλος μου αδερφός πνίγηκαν στα νερά καθώς φεύγαμε. Εγώ με τον μικρό έζησα. Εκεί ο μικρός μου αδερφός πήγε, μου πήρε δώρα. Μετά ήρθαν οι συγγενείς μου, όμως δε με βρήκαν.
Εγώ το έσκασα τέσσερις ώρες πριν τελειώσει η δουλειά που έπρεπε να κάνω. Πήγα απ’ το Μούδρο μέχρι το Κοντοπούλι, όμως προτού βγω από εκείνο το άγνωστο μέρος του Μούδρου και συνέχισα λίγα βήματα, εκεί συνάντησα ένα λυκόσκυλο που με έγλειψε και τον πήρα σπίτι. Τον ονόμασα Ρεξ.
Και εκεί σπίτι είχα φάει απ’ την πείνα μου πίτσα, κουραμπιέδες, μελομακάρονα και δώρα. Περάσαμε όμορφα και είδαμε ταινίες, και το αφεντικό που ήρθε να με δείρει ήταν ένας αστυνομικός και τον έκλεισε φυλακή, ενώ εγώ με τον μικρούλη αδερφό μου τελειώσαμε το δεντρόσπιτο και το σπιτάκι. Όλα ξύλινα έγιναν. Έφτιαξα πολλά πράγματα – ξιφολόγχες, ξίφη, ασπίδες, μαχαίρια και δυο περικεφαλαίες – και έτσι πράγματι ζούσαμε ευχαριστημένα, ακόμα κι ας μην ήταν κοντά οι γονείς μας κι ο αδερφός μας. Το ευχάριστο είναι που ζούμε ωραία τα Χριστούγεννα.
Μανώλης Ψαραδέλλης




