Λημνογράφοι

Ιστολόγιο – Σχολική εφημερίδα του Γυμνασίου Μούδρου

Αρχείο για Η Κατοχή στη Λήμνο

Βάστα, γιαγιά!

Μικρό ήμουνα, εφτά χρονών, ζούσαμε στην οικογένειά μου. Καταρχήν ζούσαμε στην Κατοχή, θυμόμαστε αυτά τα πράγματα τα λίγα, δε θυμόμαστε πάρα πολλά πράγματα. Που φεύγαν, μιλάμε τώρα, όχι που ήρθανε, γιατί που ήρθαν δε θυμόμαστε τίποτα. Που φεύγανε. Θυμάμαι εγώ που ‘μασταν παιδάκια και οι δικοί μου μας είπαν ότι πρέπει να φύγουμε απ’ τα χωριά, ότι θα τ’ ανατινάξουν το χωριό, ειδοποιήσανε τον κόσμο ότι έπρεπε να φύγουνε. Εμείς, όλοι στο χωριό ξεσηκώθηκαν, όπως ξεσηκώθηκε και η δική μου οικογένεια. Εμείς όμως είχαμε μία γιαγιά που ήταν θεότυφλη, δεν έβλεπε τίποτα. Nα τη βάλουν στο γαϊδουράκι και να παρακολουθούμε να την κρατάει κάποιος. Με το συνωστισμό που έγινε για να φύγει ο κόσμος όλος αυτός, το γαϊδουράκι έφυγε. Μόνο του. Κι εγώ τη γιαγιά την υπεραγαπούσα και έτρεχα πίσω απ’ τη γιαγιά. Στην παλιά τη βρύση ακριβώς υπήρχαν κάποιες αποθήκες γερμανικές και υπήρχαν και στάβλοι που είχαν αυτοί τα άλογά τους. Ήταν κάτι άλογα ψηλά, κόκκινα, ουγγαρέζικα. Λοιπόν αυτά αυτοί τα αμολήσανε, τα διώξαν, δεν τα θέλανε γιατί κι αυτοί ήταν ο καιρός τους να φύγουν. Και όπως ο δρόμος ήταν πλακόστρωτος (όπως είναι και τώρα), τα άλογα τα πέταλά τους βγάζανε φωτιά. Κι εγώ ακολούθησα την πορεία της γιαγιάς και φώναζα στο δρόμο: «Βάστα, γιαγιά! Βάστα, γιαγιά! Βάστα, γιαγιά!», κι ο κόσμος που πήρε το δρόμο να φεύγει: «Το παιδί, το παιδί!, έλεγαν, «Το παιδί. Θα το σκοτώσουν τα άλογα! Το παιδί!». Εγώ όμως κράτησα μέχρι που έφτασε το γαϊδουράκι στο καλύβι το δικό μας εκεί. Σταμάτησε. Σώθηκε η γιαγιά μου.

Τους ποτίζανε ούζο λημνιό γερό

Πολλές ιστορίες απ’ τους Γερμανούς. Τι κάνανε ο πατέρας μου με τους φίλους του; Κάναν αγώνα, αντίσταση, μέσα δω στο σπίτι. Φτώχια τότε και το μέγα έλεος. Είχανε χτίσει ένα δωμάτιο από κει και δίπλα ένα φούρνο για να ψήνουν το ψωμί τους, και είχανε, κάθε σπίτι είχε τα ζώα του τότε, τα αρνάκια του, τα κοτοπουλάκια του, για να συντηρούνται οι άνθρωποι, μ’ αυτά τρεφότανε. Λοιπόν. Καλούσανε τους Γερμανούς μέσα, παίρναν ένα προβατάκι, το σφάζανε, το ετοιμάζανε, η μαμά μου ήταν έγκυος τότε στον αδερφό μου, κι ανάβαμε το φούρνο, έφερνε το σφαχτό ο μπαμπάς μου, λέει: «Μυρσίνη, σήκω ν’ ανάψεις το φούρνο να ψήσεις το φαΐ γιατί το βράδυ θα ‘ρθούνε οι Γερμανοί». Τους μαζεύανε και τους κάνανε τραπέζι μες στο φτωχόσπιτό τους, τους ποτίζανε ούζο λημνιό γερό, κρασιά που είχαν τα βαρέλια τους και εκείνη τη στιγμή που πίναν αυτοί κι ερχόταν στο κέφι τα μεσάνυχτα μεταφέραν τα πολεμοφόδια, μεταφέρανε τον ασύρματο, είχε ειδοποιήσει στα μέσα χωριά, έτσι δουλεύανε τότε. Κατέβηκε ένας παππούς, ο μπαρμπα-Σταύρος από την Αγιά Σοφιά, και είχε δύο κοφίνια πάνω στο γάιδαρό του, φορτωμένα, και μέσα ‘κει βάλανε τον ασύρματο κι από πάνω βάλανε ξύλα, θυμάρι που έχει η Λήμνος πολύ, τα είχανε γεμίσει θυμάρι, κι εκείνο το βράδυ μετέφεραν τον ασύρματο και τον πήγανε μέσα, τον σηκώσανε απ’ το Μούδρο γιατί έτσι και τους πιάνανε τότε με  ασύρματο, θα τους τουφεκίζανε.

Παλαιότερες καταχωρίσεις »
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.